Ὁ νοσηλευόμενος τραυματίας Σταματόπουλος διηγεῖται κατὰ τὴν πορεία τοῦ ἀγῶνα μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κορυτσᾶς, πῶς βρέθηκαν λόγω φοβερῶν καιρικῶν συνθηκῶν καὶ ἐλλείψεως στοιχειώδους ἀνεφοδιασμοῦ, σὲ ἀπελπιστικὴ θέση κι ἄρχισαν νὰ κλονίζονται σοβαρὰ, στρατιῶτες καὶ ἀξιωματικοί.
«…Τότε ἔσωσε τὴν κατάσταση ὁ παπᾶς τοῦ Συντάγματός μας, ἕνας ἀρχιμανδρίτης, καλή του ὥρα. Σ’ ὅλες τὶς κακουχίες καὶ τὶς πορείες μας, ἦταν στὸ πλευρὸ μας, ὁ μόνος ποὺ δὲν λύγισε ποτέ, ποὺ ποτέ δὲν ἔχασε τὸ θάρρος του. Ἂν πολεμήσαμε σὰν λιοντάρια, τὸ χρωστοῦσαμε καὶ σ’ αὐτόν. Εἴχαμε γίνει ὅλοι μας γκρινιάρηδες καὶ μαλώναμε μὲ τὸ τίποτα. Κι αὐτὸς ἀκούραστος μᾶς μόνοιαζε. Ὁ διοικητὴς, ὅσες φορὲς ἔβλεπε πὼς τὰ λόγια του πήγαιναν χαμένα, φώναζε τὸν παποῦλη γιὰ νὰ βάλῃ τὰ πράγματα στὴ θέση τους. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τοὺς λιπόψυχους· τοὺς ἔστελνε ὅλους σ’ αὐτόν. Δὲν ξέρω τί τοὺς ἔλεγε· ἕνα ξέρω, πὼς ἔπειτα μετανοιωμένοι γύριζαν στὰ τμήματά τους.
Τί νὰ σᾶς πῶ; Ἡ ἀλήθεια, ἀλήθεια· μᾶς ἔδιναν φτερά τὰ λόγια του καὶ πολεμοῦσαμε πιὸ ἀντρειωμένα. Ξεχνοῦσαμε λίγο τὴν πείνα καὶ τὸ κρύο, τὶς ἀδάσταχτες κακουχίες. Πιὸ πολὺ κουράγιο μᾶς ἔδιναν οἱ λειτουργίες· δὲν πέρναγε Κυριακὴ ἢ μεγάλη γιορτὴ χωρὶς νὰ λειτουργήσῃ». Πόσα μπορεῖ νὰ προσφέρει ἕνας «θεῖα ζήλῳ πυρούμενος» ἱερέας σὲ δύσκολες στιγμές! Δικαιολογημένα ὁμολογοῦσε ὁ Κώστας Ρουμπέσης, ἄλλος νοσηλευόμενος, ἀργότερα στὴ νοσηλεύτρια ἀδελφή:
«Ἀδελφή», εἶπε ὁ Κώστας Ρουμπέσης ἔπειτα ἀπὸ μικρὴ σιγή,
«Ἂν εἴχαμε κλῆρο, σὰν κι αὐτὸν τὸν ὑπέροχο ἱερέα τοῦ Συντάγματός μας, κι ἂν οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς πολίτες τοῦ Ἔθνους μας ἦταν σὰν κι αὐτοὺς τοὺς δύο θαυμάσιους νέους, τὸν ἔφεδρο ἀνθυπολοχαγὸ καὶ τὸν λοχία, τότε γρηγορότερα ἡ πατρίδα μας θὰ γινόταν πρωτοπόρος τῆς εἰρήνης».
«Κι αὐτὸ θὰ γίνῃ, Ρουμπέση», εἶπε ἀργὰ ἡ ἀδελφή».
«Ὁ διοικητὴς ἔστειλε ἀποστολή, μὰ κι ἀπ’ αὐτοὺς ἀρκετοὶ προσεβλήθησαν ἀπὸ κρυοπαγήματα.
Ὁ ἱερεὺς, ὅταν τὸ ἄκουσε, συγκινήθηκε πολὺ.
Κι ἀμέσως πήρε τὴν ἀπόφασι τὴν τολμηρὴ κι ἐπικίνδυνη ν’ ἀνέβῃ στὸ 1750, γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ.
Ὁ διοικητὴς τὸν ἀπέτρεπε νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴ δύσκολη κι ἐπικίνδυνη αὐτὴ ἄνοδο…»…
Ἔπειτα ἀπὸ πολλοὺς κόπους ἔφθασαν τέλος στὸ ὕψωμα 1750…
Τὸ τί ἔνιωσαν οἱ ἐρημωμένοι ἐκεῖνοι ἄνδρες μόλις τὸν ἀντίκρυσαν, θὰ ἦταν πολὺ άσχημο νὰ ἀποπειραθῇ κανένας νὰ τὸ περιγράψῃ.Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος, ποὺ τραυματίστηκε στὴν ὑποχώρηση καὶ τὰ διηγήθηκε στὴν ἀδελφή, ὅταν τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο.
– «Καλύτερα, ἀδελφή, νὰ μὴν πῶ τίποτα γι’ αὐτό», τῆς εἶπε. «Μαντέψετε ὅ,τι θέλετε». Κάποια στιγμή ὅμως, ποὺ ὁ ἱερεὺς βρισκόταν σὲ μιὰ προεξοχή καὶ μιλούσε μὲ δύο – τρεῖς στρατιώτες, γλίστρησε ἐπάνω στὸ χιόνι καὶ γκρεμίστηκε στὴ βαθιὰ χαράδρα, πρὶν προλάβῃ κανένας νὰ τὸν συγκρατήσῃ. Μιὰ κραυγὴ τρόμου καὶ ἀπελπισίας βγήκε ἀπὸ τὰ χείλη τῶν στρατιωτῶν, καθὼς ἔβλεπαν τὸν πνευματικὸ τους ὁδηγὸ νὰ χάνεται στὸ χάος Κι ἕνας ψιθύρισε μὲ πόνο:
– «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων…» – «Νὰ ῥίξουμε ἕνα σκοινί», εἶπε κάποιος ἀμέσως· «μπορεῖ καὶ νὰ ζῇ. Ὁ Θεὸς θὰ κάμῃ τὸ θαῦμά του πάλι…» Τύλιξαν μερικὰ καλώδια, ἔδεσαν στὴν ἄκρη ἕνα παγούρι καὶ ἔρριξαν τὸ πρόχειρο αὐτὸ σκοινὶ στὸ κενό, πρὸς τὸ μέρος ποὺ εἶχε πέσει ὁ ἱερεύς.
Στὸ στόμιο τοῦ παγουριοῦ ἔδεσαν μιὰ σημείωσι:
«Παποῦλη, δεθῆτε καλά ἀπὸ τὴ μέση καὶ θὰ σᾶς τραβήξουμε». Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ ἱερεὺς ἦταν κάτω ζωντανὸς καὶ χωρὶς μωλωπίσματα.
Ἀν καὶ τὸ βάθος τῆς ἀβύσσου ἦταν πολὺ μεγάλο καὶ ἀνθρώπινως δὲν ἔπρεπε νὰ ζήσῃ, ὅμως ἔζησε!…
Ἕνα παχὺ στρῶμα χιονιοῦ ἦταν τὸ μέσον, ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τὸν σώσῃ.
Δὲν εἶχε πάθει ἀπολύτως τίποτα. Μονάχα μιὰ δυνατὴ ζάλη, κάτι σὰν ἴλιγγος, τὸν εἶχε καταλάβει. Εἶδε ὅμως τὸ καλώδιο μὲ τὸ παγούρι, καὶ δέθηκε ὅπως μπορούσε. Ὅταν μὲ μεγάλο κόπο καὶ προφυλάξεις, γιὰ νὰ μὴ χτυπήσῃ πουθενὰ τὸ κεφάλι του, οἱ στρατιῶτες τὸν ἀνέσυραν ἀπὸ τὸ χάος, εἶχε σχεδὸν χάσει τὶς αἰσθήσεις του. Ἦταν συγκινητικὲς οἱ ἐκδηλώσεις καὶ οἱ περιποιήσεις τῶν στρατιωτῶν, ἕως ὅτου τὸν συνεφέρουν.
– «Παπούλη», τοῦ ἔλεγαν, «θὰ ἦταν πολὺ βαθειὰ ἡ λύπη μας, ἂν παθαίνατε κάτι ἐξ αἰτίας μας…»
Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἄλλο σμήνος ἀεροπλάνων συμπλήρωσε τὴν καταστροφή. Ὁ ἱερεὺς δὲν κρατήθηκε. Τοποθέτησε στὸν κόλπο του τὴ Θεία Κοινωνία καὶ ξεκίνησε, γιὰ τὰ τμήματα τοῦ στρατοῦ, ποὺ τόσο σκληρὰ δοκιμάστηκαν.
Ὅταν ἔφθασε, δὲν βρῆκε κανέναν. Ὅλοι εἶχαν ἀποσυρθεῖ. Έξη μονάχα νεκροὶ καὶ τέσσαρες τραυματίες κοίτονταν ἀνάμεσα στους λάκκους, ποὺ εἶχαν ἀνοίξει οἱ βόμβες.
Πλησίασε τοὺς τραυματισμένους μὲ ἀγάπη.
Οἱ τρεῖς εἶχαν μεγάλα τραύματα.
Κύτταξε γύρω του ὁ ἱερεὺς μήπως διακρίνῃ κανέναν. Πουθενά, οὔτε ψυχή.
Χωρὶς καθόλου νὰ διστάσῃ, παίρνει τὴ μεγάλη ἀπόφασι.
Ἡ ἀγάπη δὲν γνωρίζει κανένα φραγμό.
Ἀρχίζει ἀπὸ τὸν βαρύτερα τραυματισμένο. Τὸν σηκώνει μὲ προσοχὴ καὶ τὸν τοποθετεῖ στὸν ὦμό του. Ἀνάρθρα βογγητὰ πόνου ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ τραυματία.
Μὲ ἀφάνταστο κόπο καὶ ἀγωνία τὸν ἔφερε στὸν σταθμὸ πρώτων βοηθειῶν, ποὺ δὲν ἦταν εὐτυχῶς πολὺ μακριὰ ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ τὸν ἀπέθεσε σὲ ἕνα φορεῖο προσεκτικὰ.
Τέσσαρες φορὲς ἔκανε τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ πορεία, φέροντας κάθε φορὰ κι ἀπ’ ἕνα.
Στὴν πέμπτη θὰ πήγαινε νὰ θάψῃ τοὺς νεκρούς.
Τὰ πόδια του λύγιζαν ἀπὸ τὸ βάρος. Τὰ χέρια του ἔτρεμαν. Μὰ ἡ προσευχὴ τὸν δυνάμωνε.
Στὸν σταθμὸ ὅμως δὲν ὑπῆρχε οὔτε γιατρὸς, οὔτε νοσοκόμος, οὔτε καν ἐπίδεσμοι καὶ φάρμακα. Οὔτε τότε ἀπελπίστηκε.Αὐθόρμητα ἔβγαλε τὸ πουκάμισό του, τὸ ἔσκισε σὲ λωρίδες, ἔγδυσε μὲ προσοχὴ τοὺς τραυματισμένους, γιὰ νὰ εὑρῇ τὰ τραύματα, καὶ τὰ ἔδεσε σφιχτὰ, γιὰ νὰ σταματήσῃ πρόχειρα τὴν αἱμορραγία. Άνοιξαν τὰ μάτια τους ἐκεῖνοι καὶ κύτταξαν μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν ἥρωα – ἱερέα. Μετὰ τὴ φροντίδα τοῦ σώματος προχώρησε στὴν ψυχή, τοὺς ἐξωμολόγησε καὶ τοὺς κοινώνησε. Θερμὰ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὰ θολὰ, πονεμένα μάτια τους. Πέρασε περισσότερη ἀπὸ μισὴ ὥρα ἀκόμη, ὅταν ἐπὶ τέλους κατέφθασε ὁ γιατρὸς καὶ οἱ νοσοκόμοι τοῦ σταθμοῦ» .
Τὸ 29ο Σύνταγμα, ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὸν ἡρωικὸ ἱερέα του, ἀναλαμβάνει μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες ἐπιχειρήσεις, τὴν ἐκπόρθηση τοῦ Σεντέλι, μιᾶς ὀροσειρᾶς ἀπὸ τὸ Τεπελένι πρὸς τὰ Τρία Αὐγά.
Στὴν ἀνακοίνωση τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τὴν προετοιμασία του, στρατιῶτες καὶ ἀξιωματικοὶ γνωρίζοντας τὴν ὑπεροπλία τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὸ δύσκολο τῆς ἐπιχειρήσεως, καταλαμβάνονται ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ βεβαίου κινδύνου.
«Ὁ ἱερεὺς τοῦ Συντάγματος ὕψωσε τότε τὸ πνευματικὸ του ἀνάστημα, μὲ πολυτίμους βοηθοὺς τοὺς δύο Χριστιανοὺς νέους.
Μὲ λόγια ἐνθουσιώδη, ποὺ πήγαζαν ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς πίστεως, ἐμψύχωνουν, τονώνουν, εμπνέουν μὲ τὴν ἡρωικὴ τους στάσι.
Ὅλων τὰ βλέμματα στρέφονται στὸν ἱερέα.
Ἄλλοι τοῦ ζητοῦν συγχώρηση, ἄλλοι τὴν εὐχή του, ἄλλοι τοῦ φιλοῦν τὸ χέρι καὶ τὸν παρακαλοῦν νὰ προσευχηθῇ ἀκόμη πιὸ πολὺ στὸν Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τους…»
Μετὰ ἀπὸ ἐξαντλητικὴ πορεία στὰ πρῶτα ξημερώματα βρίσκονται στὸν αὐχένα τῆς Μετζικοράνης σχεδὸν χωρὶς κάλυψη, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωση νὰ κρατήσουν πάσῃ θυσίᾳ τὸν χώρο αὐτό, προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπιχείρηση πρὸς κατάληψιν τοῦ Σεντέλι.
Νὰ πῶς διηγεῖται ὁ ἴδιος τὰ ὅσα συνέβησαν ἐκεῖ, ἀπὸ τὸ προσωπικὸ του ἡμερολόγιο.
ΕἸΣ ΤΗΝ ΧΑΡΑΔΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
«Μετὰ τὴν 9ην Μαρτίου εἰς τὸ Σύνταγμά μου ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκπόρθησιν τοῦ φοβεροῦ Σεντέλι, μιᾶς ὀροσειρᾶς, ποὺ ἀπὸ τὸ Τεπελένι βαίνει πρὸς τὰ Τρία Αὐγὰ παραλλήλως πρὸς τὴν Τρεπεσίνια.
Βυθισμένα ἀκόμη εἰς τὸ χιόνι καὶ τὸ ἕνα ὄρος καὶ τὸ ἄλλο.
Καὶ ἀνάμεσα τῶν, μιὰ βαθεῖα χαράδρα, ποὺ ὑπενθυμίζει κάπως τὰ Τέμπη ἀνάμεσα στὸν Ὄλυμπο καὶ τὴν Ὄσσα. Θὰ ἔπρεπε λοιπόν ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴν πλευρὰν τῆς Τρεπεσίνιας, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα σκαρφαλωμένοι, νὰ φθάσωμεν νύκτα στὴν ὑψηλότερα κορυφὴν της, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, – ἂς μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, – διὰ νὰ φανερώσω τὴν ἀποτομίαν τοῦ τόπου – νὰ κρημνισθῶμεν κατὰ τῆς Δυτικῆς πλευρᾶς πρὸς τὴν χαράδραν μεταξὺ Τρεπεσίνας καὶ Σεντέλι, καὶ πρὸ τῶν εξημερωμάτων νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν αὐχένα Μετζικοράνης.
Μετζικόρανη μαῦρο χωριό, ἀληθινὴ ἐξορία. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀναρριχηθῶμεν πρὸς τὰς κορυφὰς τοῦ Σεντέλι εἰς ἕνα ἀνήφορον μαχαίρι, χιονισμένον, βαλλόμενοι ἀπὸ τρία σημεῖα.
Ἀπὸ αὐτὸ τὸ Σεντέλι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡμέρα καὶ νύκτα ἔπεφτε βροχὴ σφαιρῶν καὶ όλμων, ἀπὸ τὰ πυροβολεῖα τοῦ Τεπελενιοῦ καὶ ἀπὸ τὰ ὄμοια τῶν Τριῶν Αὐγῶν.
Ὦ Θεέ μου, ποὺ ἐπέτρεψες νὰ πέσωμεν! Μιὰ τέτοια ἐπιχείρησις θὰ ἔχῃ νεκρούς, ἀλλὰ καὶ τραυματίας. Πῶς οἱ τραυματίαι οὗτοι θὰ μεταφερθοῦν ἀπὸ τὸ βάθος ἐκεῖνο τῆς γῆς μέχρι τῆς κορυφῆς τῆς Τρεπεσίνιας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι τῆς Σούνιας, διὰ νὰ τοποθετηθοῦν εἰς αὐτοκίνητα καὶ διευθυνθοῦν πρὸς τὰ Ἰωάννινα;
Μὲ τί εἴδους φορεία καὶ ποιοὶ τραυματιοφορείς θὰ ἀναλάβουν τὸν ὑπεράνθρωπον αὐτὸν ἀγῶνα. Μεγάλο κακὸ ἀληθῶς ὁ πόλεμος. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸν αὐχένα Μετζικοράνης περὶ τὰ ξημερώματα. Μα πουθενὰ δεντράκι, ἡ θάμνος γιὰ κάλυψι.
Τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Συντάγματός μου διευθυνθησαν πρὸς τομεῖς τῆς δράσεώς των.
Μερικὰ ἐξ αὐτῶν εὑρῆκαν καὶ σπήλαια ποὺ πολὺ τοὺς ἐβοήθησαν διὰ φύλαξιν πυρομαχικῶν καὶ σταθμοὺς ἐπιδέσεως τῶν τραυματιῶν των.
Οἱ περισσότερον ἐκτεθειμένοι εἴμεθα ὅσοι ἐμείναμεν εἰς τὸν αὐχένα Μετζικοράνης ὡς στήριγμα τῶν δύο πυροβόλων, ποὺ ἔδρων ἐντὸς τῆς χαράδρας.
Μᾶς ἀντελήφθησαν οἱ Ἰταλοὶ ἀπὸ τὰς κορυφογραμμὰς τοῦ Σεντέλι καὶ άρχισαν καταιγιστικό πῦρ ἐναντίον μας. Ὅλοι ἐμεῖς κρυμμένοι –ἂς εἴπωμεν καλλίτερον ἐκτεθειμένοι- μέσα εἰς μανδράκια, ποὺ προχείρως ἐφτιάσαμε. Δύο χιλιᾶδες περίπου ὀβίδες βαρέος ὅλμου ἐρρίφθησαν ἐναντίον μας ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὸ βράδυ ἐπάνω μας, καὶ ἐπεριμεναμε τὴ νύκτα, δια νὰ μετρήσωμε τοὺς νεκρούς, νὰ περισυλλέξουμε τοὺς τραυματίας, νὰ φάμε κάτι καὶ νὰ πιούμε ὀλίγο νερό.
Κατὰ τὴν ὥραν τοῦ σφοδροῦ βομβαρδισμοῦ ἐμέναμεν ἀκίνητοι καὶ καθηλωμένοι εἰς τὰς θέσεις μας. Οὔτε ἐπάνω (βράχος ἀπότομος), οὔτε κάτω (κρημνὸς ἐπικίνδυνος).
Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω, διότι τότε θὰ ἔδρα καὶ τὸ πυροβόλον.
Ἐπεριμέναμε ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὸν θάνατον. Μία μόνον ἐλπὶς σωτηρίας ἔμενε. Τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ποὺ ἔγινε μέσα εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς εἰς τὴν Βαβυλῶνα καὶ ἔσωθησαν οἱ τρεῖς παῖδες. Ἀκούμβησα τὸ χέρι μου ἐπάνω εἰς τὸ μετάλινο κουτάκι, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐφύλαττα εἰς τὸν κόρφον μου τὸν ἡγιασμένον ἄρτον δι’ ἔκτακτον κοινωνίαν τραυματίου ἢ ἐτοιμοθανάτου, καὶ ἡ σκέψις, ὅτι εἴχαμε μαζὶ μας αὐτὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, οὐσιαστικῶς παρόντα, μὲ ἐνεδυνάμωσε.
Ἦλθεν ἡ νύκτα καὶ ἐβγήκαμε ἀπὸ τὰ μανδράκια.
Καὶ ὦ τοῦ μεγάλου θαύματος. Μᾶ κανενὸς δὲν εἶχε λυθεῖ ἡ μύτη κατὰ τὸ δη λεγόμενον. Ἡ μόνη βλάβη ποὺ εἴχαμε πάθει, ἦταν τὸ ὅτι ἔσπασαν θραύσματα βλήματος τὰ καθρεφτάκια τῶν δύο πυροβόλων. Καὶ τίποτε ἐπὶ πλέον».(«Ἀπὸ τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὴν ἐν Ἀλβανίᾳ ἐκστρατείαν»,
28 Ὀκτωβρίου 1940 – 30 Ἀπριλίου 1941).
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ – Π. ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ι. ΠΑΠΑΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕΛ.49-60
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΚΑΡΔΙΑ”ΑΘΗΝΑ 2006.


