Γλώσσα

Ομιλία εκδήλωσης Πίτας 2018

 ΜΑΡΘΑ  Ή  ΜΑΡΙΑ;

Σεβαστοί Πατέρες, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι του Συν­δέσμου, Καλή κι ευλογημένη χρονιά!

 Όταν η Πρόεδρος μού ζήτησε να πω δυο σκέψεις, ένιωσα χαρά και τιμή, αλλά και μια δυσκολία. Όλα έχουν ειπωθεί και όλα έχουν α­κου­στεί. Και βέβαια τι να πεις που να μη βαρύνει την εορταστική α­τμό­σφαι­ρα και τη χαρά του ανταμώματος με αγαπητά πρόσωπα;

 Όμως, με τα αγαπητά πρόσωπα που συναντάμε σήμερα εδώ μας ενώ­νουν, πέρα από τη φιλία, εμπειρίες και βιώματα μέσα στον χώρο της Ορ­θόδοξης Εκκλησίας. Και το έργο των Ορθόδοξων γυναικών, έργο μαρ­τυρίας και διακονίας στον πολύπαθο κόσμο μας, χρειάζεται και τονωτικές ενέσεις.

Μέσα σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο, σκέφτηκα τελικά να μοιραστούμε έναν προβληματισμό γυναικείου ενδιαφέροντος, και όχι μόνο. Η α­φε­τη­ρία  ευαγγελική, η περικοπή πασίγνωστη, και όσα θα πούμε δεν δι­εκ­δι­κούν δάφνες πρωτοτυπίας.

Στο Ευαγγέλιο του Λουκά, κεφ. ι’, στ. 38-42, διαβάζουμε ότι η Μάρ­θα, η αδελφή του Λαζάρου υποδέχεται στο σπίτι της τον Ιησού. Στο σπί­τι βρίσκεται και η αδελφή της Μαρία. Η Μάρθα, αεικίνητη, τρέχει να φρο­­­ντί­σει όλες τις λεπτομέρειες της φιλοξενίας. Στο επίμαχο σημείο που πε­ριγράφεται στην περικοπή, η Μάρθα έχει ξεπεράσει τα όρια της α­ντο­χής της. Η Μαρία, από την άλλη, καθηλωμένη στα πόδια του Κυ­ρί­ου, α­κού­ει τον λόγο Του, μη προσφέροντας καμιά βοήθεια στην αδελφή της. Η Μάρθα, με κάποια αγανάκτηση ή τουλάχιστον με παράπονο, ζη­τά­ει τη μεσολάβηση του Κυρίου, προκειμένου Εκείνος να υποδείξει στην α­δελ­­φή της να τη βοηθήσει. Προς μεγάλη έκπληξη δική της, φα­ντά­ζο­μαι, των παρευρισκομένων, αλλά και των συγχρόνων του Ευ­αγγελίου ανα­γνωστών, ο Χριστός πράττει το εντελώς αντίθετο. Όχι μό­νο δεν ι­κα­νο­ποιεί το αίτημα της Μάρθας, αλλά την επιτιμά κιόλας, και επαινεί τη Μα­ρία. «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολ­λά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεί­α· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀ­φαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς».

Κι εδώ γεννιέται το ερώτημα: Γιατί η ενασχόληση με τις υλικές ανά­γκες των άλλων, και μάλιστα η θυσιαστική διακονία, να κρίνεται ανα­γκαστικά υποδεέστερη από τη θεωρητική, την πνευματική ενα­σχό­λη­ση, η οποία δεν αποκλείεται να έχει και κάποια εγωιστική αφετηρία; Με μια τέτοια ανάγνωση θα μπορούσε δικαιολογημένα κάποιος να πει ότι η Μάρθα έκανε το δύσκολο και σκληρό έργο, τη λάντζα, όπως θα λέ­γα­με σήμερα, και η Μαρία το εύκολο και ανώδυνο.

Στην πραγματικότητα, όμως, είναι λάθος να θεωρήσει κάποιος ότι στην καταγραφή αυτών των γυναικείων τύπων της ευαγγελικής πε­ρι­κο­πής υπάρχει μια απλουστευτική τυπολογία της μορφής άσπρο μαύρο. Ότι, δηλαδή, η Μάρθα αντιπροσωπεύει το μαύρο, το παράδειγμα προς απο­­φυγήν, και η Μαρία το άσπρο, το παράδειγμα προς μίμησιν.

Το πόσο λάθος υπάρχει σε μια τέτοια τυπολογία αποδεικνύεται και από την εξέλιξη της ζωής των δυο αδελφών του Λαζάρου, Μαρίας και Μάρ­­θας. Αμφότερες (και όχι μόνον η Μαρία) έγιναν φλογερές ιερα­πό­στο­λοι του Ευαγγελίου στη Δύση (όπου εγκαταστάθηκαν μετά την εκ­δί­ω­ξή τους από την Ιουδαία), αμφότερες μόνασαν, αγίασαν, και η Εκ­κλη­σία μας τις τιμά μαζί στις 4 Ιουνίου.

Δεν έχουμε, λοιπόν, εδώ άσπρο και μαύρο. Είναι αλήθεια ότι πολ­λές φορές βολευόμαστε με τις απλουστεύσεις. Κι αν ανήκουμε στους πιο θεωρητικούς τύπους, μια χαρά ανάγουμε τη Μαρία στο απόλυτο πρό­­τυπό μας, υποτιμώντας το έργο της Μάρθας, το οποίο κρίνουμε αυ­στη­­ρότερα και από τον ίδιο τον Κύριο. Η Μάρθα όμως είναι συχνά σε πο­­λύ υψηλότερο σημείο από αρκετούς από εμάς, όταν αναλωνόμαστε σε πολλά και διάφορα, χωρίς αυτά να είναι καν διακονία προς τους άλ­λους, αλλά απλώς περιστροφές γύρω από το αυτάρεσκο εγώ μας. Α­πό την άλλη πλευρά, αν βιαζόμαστε να υπερασπισθούμε τη Μάρθα, χρει­ά­ζε­­ται προσοχή, γιατί ακόμα κι αν πράγματι αναλωνόμαστε σε μια δια­κο­­νία, κινδυνεύουμε να θεωρήσουμε όσους φαίνονται λιγότερο δρα­στή­ρι­οι από μας ως λιγότερο ενάρετους ή λιγότερο πνευματικούς. Και μό­νη αυ­­τή η κατάκριση μάς κατεβάζει, ενώ και επί της ουσίας του πράγ­ματος μπο­­ρεί να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: αυτοί τους οποί­ους κα­τα­κρί­νου­­με ως άκαρπες συκιές να είναι πολύ πνευματικότεροι από μας. Στην πε­­ρίπτωση αυτή ο πονηρός μας έχει εξαπατήσει για τα κα­λά, κάνοντάς μας να νομίζουμε ότι πράττουμε κάτι σπουδαίο στο όνο­μα του Χριστού (μια δραστηριότητα, μια διακονία), ενώ στην ουσία Ε­κείνος απουσιάζει εντε­λώς από αυτό που κάνουμε...

Μάρθα και Μαρία, λοιπόν, δεν είναι απλώς τύποι ανθρώπων. Αυ­τές οι τυπολογίες ανήκουν σε κάποιους ψυχολόγους που συνηθίζουν να βά­­ζουν τους ανθρώπους σε καλούπια, με αναμενόμενες και προ­βλε­πό­­με­­νες συμπεριφορές και πράξεις. Σ’ ένα χριστιανικό πλαίσιο σκέψης, όμως, Μάρθα και Μαρία δεν είναι τύποι ανθρώπων με προ­δια­γε­­γραμ­μέ­νη στάση και συμπεριφορά. Είναι ελεύθερες επι­λο­γές στάσης, και μά­λι­στα στάσης που πρέπει να προσδιορίζεται μέσα σε συγκεκριμένες πε­ρι­στάσεις και να αξιολογείται ανάλογα με αυτές τις περιστάσεις. Και από την Μάρθα μπορούμε να πάρουμε κάτι το ευγενές και υψηλό και την επιλογή της Μαρίας μπορούμε να την «κάψουμε», κάνοντάς με τρό­πο ευτελή και ταπεινό. Χρειάζεται πολλή διάκριση.

 Κάποιες, φυσικά, από τη φύση μας ενδέχεται να μοιάζουμε πε­ρισ­σό­τερο με τη Μάρθα και άλλες με τη Μαρία. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι το αν μοιά­­ζουμε περισσότερο με τη Μάρθα, αλλά το αν θα μείνουμε, έ­στω με α­γα­θές προθέσεις, στο εδώ και τώρα, ή θα φροντίσουμε και για το αιώ­νιο στοιχείο της ύπαρξής μας, που είναι η ψυχή μας. Η Μάρθα επι­­τι­μά­ται, όχι επειδή απλώς αναλωνόταν στη διακονία, αλλά επειδή απορ­­ρο­φή­­θηκε εντελώς από τις υλικές της μέριμνες και αποπρο­σα­να­το­λίστηκε πνευματικά. Το έργο της ήταν μεν έργο θυ­­σίας, αλλά αν­θρώ­πι­νο και γι’ αυτό όχι απαλλαγμένο από πάθη, κάτι που φαίνεται από το εμ­παθές παράπονό της και την κάποια αναίδεια με την οποία το δια­τύ­πω­σε στον Χριστό. Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα δεν είναι ούτε το αν μοιάζουμε πε­­ρισσότερο με τη Μαρία, αλλά το να μην υποτιμούμε τη δια­κονία προς τον αδελφό και τον σωματικό μόχθο που αυτή η διακονία απαι­τεί, στο ό­νο­μα μιας δήθεν πνευματικής ανωτερότητας. Η Μαρία δεν επαινείται, επει­δή απλώς έδειξε ενδιαφέρον για τη διδασκαλία του Χρι­στού, αλλά επειδή συγκλονίστηκε από την παρουσία Του και έβαλε στην άκρη όλα τ’ άλλα, τα ο­ποία θεώρησε δευτερεύοντα. Η στάση της εί­ναι επαινετή, επειδή ήταν στά­­ση πνευματική, απαλλαγμένη από πά­θη, και γι’ αυτό προσμετράται στη σωτηρία της, «ἥτις οὐκ ἀ­φαιρε­θή­σε­ται ἀπ᾿ αὐτῆς». Και οι δυο έχουν να μας διδάξουν με θετικό και αρ­νη­τι­κό τρόπο, αλλά μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς της πε­ρι­κο­πής και όχι έξω από αυτό. Το ίδιο κι εμείς. Καλούμαστε να επιλέξουμε και να προσδιορίσουμε τη στάση μας μέσα σε συγκεκριμένες κάθε φορά πε­ριστάσεις, βάσει των οποίων και θα κριθούμε.

***

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να πούμε εδώ, το οποίο κατ’ εξοχήν αγγίζει εμάς, τις σύγχρονες γυναίκες. Πώς είναι δυνατόν η γυ­ναίκα, και μάλιστα η σύγχρονη γυναίκα, που είναι ταυτόχρονα μη­τέ­ρα, σύζυγος, νοικοκυρά αλλά και εργαζόμενη, να μην ασχολείται με τα πολ­λά; Είναι ολοφάνερο ότι η σημερινή γυναίκα καλείται να εκ­πλη­ρώ­νει  πολλαπλούς ρόλους και να κάνει πολλά και διαφορετικά πράγ­μα­τα, συχνά ετερόκλιτα μεταξύ τους. Η σύγχρονη γυναίκα, δηλαδή, είναι σχεδόν κα­ταδικασμένη να μεριμνά και να τυρβάζεται περί πολλά. Το θέμα είναι μέ­σα στα πολλά να μην χάσει το ένα ή –καλύτερα– τον Ένα, οὗ έστί χρεία.

Ο λόγος για τον οποίο επιτιμάται η Μάρθα είναι γιατί, μέσα στις πολ­λές υλικές της μέριμνες, έχασε την ουσία, που ήταν η επαφή με τον ίδιο τον Ιησού και τη διδασκαλία Του. Ο λόγος για τον οποίο επαινείται η Μαρία είναι γιατί εστίασε στο σημαντικό, στον Χριστό και στον λόγο Του.

Επομένως, από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι δεν είναι η ενα­σχό­ληση με τα πολλά ή με τα υλικά που κατακρίνει ο Κύριος στη Μάρ­θα και σε καθεμιά ή καθέναν από μας (γιατί υπάρχουν Μάρθες και Μα­ρί­ες και αρσενικού γένους), αλλά η απώλεια του ενός και αναγκαίου για τη ζωή μας, που είναι ο ίδιος ο Κύριος. Είμαστε άνθρωποι που ανα­γκα­στι­κά καταγινόμαστε με πολλές και ανελαστικές υποχρεώσεις, τις ο­ποίες ούτε μπορούμε αλλά ούτε και πρέπει να εγκαταλείψουμε. Όταν ο Κύ­­ριος αναφέρεται στο ένα και αναγκαίο, δεν εννοεί να γίνουμε όλοι ανα­­­χωρητές ή να παραμελήσουμε τα (κατά κόσμον βασικά) θεω­ρού­με­να ως κατώτερα υπέρ των δή­θεν ανωτέρων. Δεν εννοεί να εγκα­τα­λεί­ψου­με τις καθημερινές υπο­χρε­ώ­σεις μας, αφιερώνοντας όλο τον χρόνο μας στη μελέτη του Ευ­αγ­γε­λί­ου ή στην προσευχή. Ακόμη και οι μοναχοί έχουν τα διακονήματά τους...

Όχι, η ουσία του λόγου του Κυρίου δεν είναι η εγκατάλειψη των πολλών υπέρ του ενός και αναγκαίου. Η ουσία του λόγου Του είναι η σωστή ιε­ράρ­χηση των πραγμάτων. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να βάλουμε τον Χριστό κέντρο της ζωής μας. Χριστοκεντρικότητα, λοιπόν, ιεράρχηση και διάκριση, και όχι  απλουστεύσεις και εύκολες αλλά παραπλανητικές συνταγές...

Θα κλείσουμε με κάποιες σκέψεις του Αγίου Παϊσίου:

Βλέπετε στην περίπτωση της Μάρθας και της Μαρίας που αναφέρει το Ευαγγέλιο, πώς η μέριμνα έκανε τη Μάρθα να φερθεί κατά κάποιον τρό­πο με αναίδεια; Φαίνεται ότι στην αρχή και η Μαρία τη βοηθούσε, αλ­λά, όταν είδε να μην τελειώνει τις ετοιμασίες της, την άφησε και έφυγε. «Τι, θα χάσω εγώ τον Χριστό μου για τις σαλάτες και τα γλυκά;» σκέ­φθη­κε. Λες και ο Χριστός είχε πάει να φάει τις σαλάτες και τα φαγητά της Μάρ­­θας. Και τότε η Μάρθα πειράχτηκε και είπε: «Κύριε, οὐ μέλλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν;»

Πρέπει να ζητούμε πρώτα τη Βασιλεία των Ουρανών και αυτή να είναι η μέ­­­ριμνά μας, και όλα τα άλλα θα μας δοθούν. Άμα ξεχνιέται ο άν­θρω­πος σ΄ αυτή τη ζωή, χάνει τον καιρό του και χαραμίζεται. Άμα δεν ξε­χνιέ­ται και ετοιμάζεται για την άλλη ζωή, τότε έχει νόημα αυτή η ζωή. Ό­ταν ο άν­θρω­­πος σκέφτεται πώς να βολευτεί εδώ, βασανισμένος είναι, και κου­ρά­ζε­­ται και κολάζεται.

Να μη σας πιάνει αγωνία και μανία: «Τώρα πρέπει να κάνουμε αυτό, ύ­στε­ρα εκείνο» [...] Γυρίστε το κουμπί στον Χριστό, γιατί διαφορετικά θα ζείτε δή­θεν κοντά στον Χριστό, αλλά εσωτερικά θα υπάρχει όλο το κοσμικό φρό­νημα, και φοβάμαι μην το πάθετε σαν τις μωρές παρθένες.

Χρυσή Μανωλοπούλου—Τσέντου, Φιλόλογος

 

 







Copyright © 2009