Γλώσσα

Ομιλία εκδήλωσης Ιανουαρίου 2017

  

 

«Οὐαὶ γάρ μοί ἐστιν, ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι»

Ἡ σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας

 

 

            Γνωρίζουμε, ἀσφαλῶς, τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Α΄ Πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του: « Ἐὰν γὰρ καὶ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται· οὐαὶ γάρ μοί ἐστιν, ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι» (θ΄ 16). Αὐτὰ ὅμως τὰ πολὺ γνωστὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου δὲν ἔχουν ἴσως μόνο τὴ σημασία ποὺ συνήθως ὑποθέτουμε, ὅτι δηλαδὴ τό «εὐαγγελίζεσθαι», ἡ σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, ἦταν γιὰ τὸν Παῦλο θεϊκὴ προσταγή, καὶ ἀλοίμονο ἂν τὴν παραμελοῦσε. Ἴσως θὰ μπορούσαμε νὰ διαβάσουμε καὶ διαφορετικὰ τὰ λόγια τοῦ Παύλου. Διότι γιὰ ἕναν χριστιανό, ἡ σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, πέρα ἀπὸ θεϊκὴ προσταγή, εἶναι κυρίως βαθιὰ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. Ὅπως δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος βαριὰ ἄρρωστος ποὺ βρῆκε ἐπιτέλους ἕναν γιατρὸ νὰ τὸν θεραπεύσει, ἐκεῖ ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀποτύγχαναν, νιώθει τὴν ἀνάγκη –ἀλοίμονο ἂν δὲν τὴν ἔνιωθε– νὰ κάνει σὲ ὅλους γνωστὸ τὸ ὄνομα τοῦ γιατροῦ ποὺ τὸν ἔσωσε, ὥστε νὰ σωθοῦν καὶ ἄλλοι ὅπως σώθηκε κι αὐτός, ἔτσι συμβαίνει καὶ ἐδῶ: Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκει στὸν Χριστὸ τόν «ἰατρὸν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» εἶναι φυσικὸ καὶ ἑπόμενο νὰ νιώθει τὴ βαθιὰ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη –ἀλοίμονο ἂν δὲν τὴν ἔνιωθε– νὰ διαλαλήσει παντοῦ τὸ ὄνομά Του, ὥστε καὶ ἄλλοι νὰ ὠφεληθοῦν ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὠφελήθηκε. Καὶ δὲν θὰ ἦταν ἴσως ἄστοχο νὰ ἐννοήσουμε καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τό «ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται» τοῦ Παύλου καὶ τό «οὐαὶ γάρ μοί ἐστιν, ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι».

            Ἀλλὰ ἐδῶ ἔρχονται κάποιοι –σὲ πολλὲς περιπτώσεις, νὰ τὸ δεχθοῦμε, ἐντελῶς καλοπροαίρετα– μὲ μιὰ πολὺ σοβαρὴ ἔνσταση: Κακῶς ἀναλωνόμαστε, λένε, νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ κοινωνία μας δὲν χρῄζει λόγων· ἡ κοινωνία μας διψάει γιὰ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὅλη αὐτὴ ἡ σπουδὴ γιὰ τή «διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας», μὲ συλλόγους, σωματεῖα, ἐκδηλώσεις, ὁμιλίες, κύκλους κτλ., περιττεύει. Κι ἀκόμη χειρότερα, θὰ μᾶς ποῦν, ἴσως νὰ μὴν περιττεύει ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς ἀποπροσανατολίζει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ πραγματικὸς στόχος μας. Ὅλη αὐτὴ ἡ σπουδὴ περὶ τήν «ἐσωτερικὴ ἱεραποστολή» μπορεῖ νὰ εἶχε νόημα σὲ ἄλλες συνθῆκες καὶ σὲ ἄλλες ἐποχές, ἀλλὰ σήμερα, τὴν ἐποχὴ τῆς κρίσης ποὺ δοκιμάζει σκληρὰ τὸν μέσο Ἕλληνα, αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι τὰ ἔργα τῆς εὐποιΐας, ὄχι οἱ λόγοι τῆς πίστης. Τέτοιες φωνὲς ἀκούγονται ὅλο καὶ περισσότερο. Κι ἐμεῖς μένουμε κάπου στὴ μέση νὰ προβληματιζόμαστε, νὰ ἀποροῦμε. Τί θὰ μπορούσαμε, ἆραγε, νὰ ἀπαντήσουμε σὲ αὐτὲς τὶς φωνές;

 

* * *

 

            Κατὰ πρῶτον, ὅσο καὶ ἂν προβληματιζόμαστε, ἕνα τοὐλάχιστον μοιάζει σαφές: ὅτι δὲν ὑπάρχει λογικὴ στὸ σκεπτικὸ πὼς ἡ σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας εἶχε νόημα σὲ ἄλλες ἐποχές, ἀλλὰ ὄχι στὴ δική μας. Καὶ δὲν ὑπάρχει λογικὴ σὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικό, διότι στὴ δική μας ἐποχὴ εἶναι ποὺ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια εἶναι πρόβλημα, περισσότερο παρὰ ποτέ, μὲ διαστάσεις μάλιστα ποὺ δυσκολευόμαστε ἀκόμη καὶ νὰ συλλάβουμε.

            Ἐπιτρέψτε μου ἐδῶ ἕνα παράδειγμα, ποὺ δείχνει ἀνάγλυφα τὸν βαθμὸ στὸν ὁποῖο ἔχει προχωρήσει ὁ ἀποχριστιανισμὸς τῆς κοινωνίας μας: Πρὸ μερικοῦ καιροῦ βρισκόμασταν μὲ τὴ σύζυγό μου κάπου στὴν Ἄνω Γλυφάδα, ὅταν σταμάτησε δίπλα μας ἕνα μηχανάκι, καὶ ὁ νεαρὸς ποὺ ἐπέβαινε σὲ αὐτό, ἕνα νέο παιδί, Ἕλληνας, ποὺ ἔβγαζε τὸ μεροκάματό του προσφέροντας ὑπηρεσίες delivery, βγάζοντας ἕνα χαρτάκι ἀπὸ ἕνα τσαντάκι ποὺ εἶχε στὴ μέση του καὶ ρίχνοντας μιὰ κλεφτὴ ματιὰ σὲ αὐτό, μᾶς ρώτησε ἂν γνωρίζαμε κάπου στὴν περιοχὴ ἕνα Γραφεῖο Τελετῶν μὲ τὴν ὀνομασία... « Ἡ Θεότοκος»(!!!)... «ἢ κάπως ἔτσι»... – σᾶς βεβαιῶ ὅτι αὐτὰ ἦταν τὰ ἀκριβῆ λόγια του.

            Προσέξτε! Δὲν μιλᾶμε ἐδῶ ἁπλῶς γιὰ δυσκολία κατανόησης τῆς γλώσσας τῆς Ἐκκλησίας ἢ γιὰ ἀποξένωση ἀπὸ τὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Μιλᾶμε γιὰ κάτι ἀπείρως χειρότερο. Στὴν Ἑλλάδα σήμερα, ὅσο τραγικὸ καὶ ἂν ἀκούγεται αὐτό, ὅσο καὶ ἂν μᾶς σοκάρει, μπορεῖ κάποιος νὰ γεννηθεῖ, νὰ ζήσει καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τὴ ζωή, χωρὶς οὔτε μία φορὰ νὰ ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ ἔλθει πραγματικὰ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια. Θὰ ἦταν λοιπὸν παράλογο νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας εἶχε νόημα σὲ ἄλλες ἐποχές, ὅταν τὸ πρόβλημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια δὲν ἦταν τόσο μεγάλο, καὶ δὲν ἔχει νόημα σήμερα, ποὺ τὸ πρόβλημα ἔχει γιγαντωθεῖ. Προφανῶς, ἂν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα καὶ στὶς δεκαετίες τοῦ 1940 καὶ τοῦ 1950 εἶχε μία φορὰ νόημα ἡ σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, σήμερα ἔχει χίλιες φορὲς νόημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ θὰ μπορούσαμε καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ποῦμε.

 

* * *

 

            Τὸ πιὸ σημαντικὸ ὅμως δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι κάτι ἄλλο. Δέστε αὐτὰ τὰ δύο γιὰ τὰ ὁποῖα οὐσιαστικὰ μιλᾶμε ἐδῶ: τὴ βίωση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας ἀφ’ ἑνός, τὰ ἔργα τῆς εὐποιΐας ἀφ’ ἑτέρου. Ἂν προσέξουμε, δὲν θὰ δυσκολευθοῦμε νὰ διακρίνουμε τὴ στενὴ σχέση ἀλληλεξάρτησης ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ τὰ δύο. Ἡ βίωση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας εἶναι, θὰ λέγαμε, ἡ φλόγα· τὰ ἔργα τῆς εὐποιΐας εἶναι ἡ ζεστασιὰ ποὺ αὐτὴ ἡ φλόγα σκορπάει γύρω της.

            Πρὸ μερικῶν ἐτῶν, ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ περιοδικοῦ μας Ὁ Κόσμος τῆς Ἑλληνίδος[1], εἶχα νιώσει τὴν ἀνάγκη νὰ τονίσω αὐτὴ τὴ στενὴ σχέση μὲ μιὰ ἁπλῆ, ἐμπειρικὴ παρατήρηση: Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι βλέπουμε τοὺς ἐπαῖτες νὰ κάθονται ἔξω ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες, καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ τὰ ὑπουργεῖα, τὰ κομματικὰ γραφεῖα ἢ τὶς Μὴ Κυβερνητικὲς Ὀργανώσεις. Ὁ λόγος δὲν εἶναι βεβαίως ὅτι οἱ ἐπαῖτες εἶναι μιὰ κατηγορία ἀνθρώπων στὴν ὁποία ἡ πίστη εὐδοκιμεῖ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι σὲ ὅλους τοὺς ὑπολοίπους. Ἁπλούστατα, γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅτι οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους μποροῦν κατ’ ἐξοχὴν νὰ περιμένουν νὰ τοὺς σπλαγχνισθοῦν καὶ νὰ νὰ τοὺς βοηθήσουν. Γιατί; Γιατὶ αὐτοί, οἱ χριστιανοί, ἔχουν μεγαλώσει μὲ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» (Ματθ., ε΄ 7). Γιατὶ αὐτοί, οἱ χριστιανοί, διαβάζουν στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ «βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, ἡ ὁποία ὑψώνει τοὺς ἀνθρώπους στὶς ἁψῖδες τῶν οὐρανῶν»[2]. Ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καὶ ἀλλιῶς, γιατὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴ φλόγα τῆς πίστης στὴν καρδιά τους εἶναι φυσικὸ νὰ σκορπίζουν καὶ τὴ ζεστασιὰ τῆς ἀγάπης γύρω τους.

            Βεβαίως, ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ ἡ φλόγα τῆς πίστης δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ ψυχρὴ θεωρητικὴ παραδοχὴ περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ· εἶναι, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλ., ε΄ 6). Εἶναι, ὅπως εἴπαμε, φλόγα ποὺ σκορπίζει γύρω της ζεστασιά. Καὶ ἔχει ἀσφαλῶς δίκιο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν τονίζει ὅτι τοὺς περισσότερους δὲν τοὺς πείθει τόσο ὁ λόγος, ὅσο ἡ πράξη, «ἡ σιωπῶσα παραίνεσις», ὅπως γράφει χαρακτηριστικά[3]. Καὶ πολὺ σωστὰ σχολιάζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὅτι ἔτσι μόνο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀξιόπιστη ἡ διδασκαλία τῶν ἀγαθῶν, ἂν ὁ βίος μιλοῦσε μαζὶ μὲ τὰ λόγια – «οὕτω γὰρ ἂν ἀξιόπιστος ἦν τῶν ἀγαθῶν ἡ ὑφήγησις, τοῦ βίου τοῖς λόγοις συμφθεγγομένου»[4]. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ πρῶτος καρπὸς τοῦ Πνεύματος (Γαλ., ε΄ 22). Δὲν εἶναι τυχαῖος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς μαθητές του: « Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» ( Ἰω., ιγ΄ 35). Δὲν νοεῖται, πραγματικά, ἡ φλόγα τῆς πίστης, χωρὶς τὴ ζεστασιὰ τῆς ἀγάπης.

            Ἀλλά, καὶ ἂν ἀκόμα ἑστιάσουμε στὴν πανθομολογούμενη ἀνάγκη συμπαράστασης πρὸς τὸν πάσχοντα συνάνθρωπο, τὸ νὰ ἐπαινεῖ μὲν κανεὶς τὰ ἔργα τῆς εὐποιΐας, ἀλλὰ νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴ συντήρηση τῆς φλόγας τῆς πίστης, μοιάζει μὲ αὐτὸ ποὺ τόσο παραστατικὰ γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: μὲ τὸ νὰ ρίχνει κάποιος στὸ πονεμένο μάτι του τὴ μιὰ κολλύριο... καὶ τὴν ἄλλη ἀσβέστη[5]! Γιατί, ὅταν ἀντὶ γιὰ τὴ φλόγα τῆς πίστης ἁλώσει τὴν καρδιὰ ἡ παγωνιὰ τῆς φιλαυτίας καὶ τοῦ ὑλικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, μοιραῖα θὰ κυριαρχήσει καὶ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὸν πάσχοντα συνάνθρωπο.

            Ἀναλογισθεῖτε λοιπὸν πόσο παράλογο εἶναι νὰ λέμε ὅτι θέλουμε τὴ ζεστασιά, ἀλλὰ ὄχι τὴ φλόγα. Δὲν ὑπάρχει λογικὴ στὸ νὰ καθόμαστε μπροστὰ στὸ τζάκι καὶ νὰ λέμε: «Σήμερα, ποὺ κάνει πολὺ κρύο, αὐτὸ ποὺ κατ’ ἐξοχὴν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ τζάκι εἶναι ἡ ζεστασιά, καὶ ὅλη ἡ σπουδὴ νὰ κρατᾶμε ἀναμμένη τὴ φλόγα περιττεύει». Ἀλοίμονο! Ὅταν σβήσει ἡ φλόγα, θὰ χάσουμε καὶ τὴ ζεστασιά! Ἔτσι πρέπει νὰ ἐννοήσουμε καὶ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ φλόγα τῆς πίστης καὶ τὴ ζεστασιὰ τῆς ἀγάπης.

            Γιὰ ὅλους τοὺς παραπάνω λόγους, εἶναι λάθος νὰ θέλουμε τὴν Ἐκκλησία κάτι σὰν μιὰ ΜΚΟ φιλανθρωπικῶν δράσεων, παραιτημένη ἀπὸ τὴν ἐργασία γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. Ὅπως συνηθέστατα λέγεται, « Ἐκκλησία χωρὶς ἱεραποστολὴ εἶναι Ἐκκλησία χωρὶς ἀποστολή». Καὶ γιὰ ἄλλους ἀσφαλῶς λόγους, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ φλόγα τῆς πίστης εἶναι αὐτὴ ποὺ συντηρεῖ τὴ ζεστασιὰ τῆς φιλανθρωπίας, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ζεστασιὰ τῆς φιλανθρωπίας εἶναι αὐτὴ ποὺ κατ’ ἐξοχὴν μεταδίδει τὴ φλόγα τῆς πίστης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σπουδὴ στὸ χριστιανικὸ ἔργο ἦταν ὀρθότατα ἐξ ἀρχῆς διττή: σπουδὴ γιὰ τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας ἀφ’ ἑνός, σπουδὴ γιὰ τὴν ἔμπρακτη συμπαράσταση στὸν πάσχοντα συνάνθρωπο ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ τὰ ἔχουμε σήμερα μεγάλη ἀνάγκη. Καὶ εἶναι σημαντικὸ νὰ καταλάβουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὸ ἕνα, χωρὶς τὸ ἄλλο...

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΤΣΕΝΤΟΣ

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

[1] «Οἱ “Παναγίτσες” τῶν ἐπαιτῶν», Ὁ Κόσμος τῆς Ἑλληνίδος 600 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013), σελ. 215-218.

[2] Ἰω. Χρυσ., Περὶ ἐλεημοσύνης, Ὁμιλία Γ΄, ed. J.-P. Migne, PG 49, 293.9-11.

[3] Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Θεοδώρῳ (Ἐπιστολὴ ΟΖ΄), ed. P. Gallay, 4.3.-4 (= ed. J.-P. Migne, PG 37, 141 A): «Οὐ γὰρ οὕτως ὁ λόγος πείθει τοὺς πολλούς, ὡς ἡ πρᾶξις, ἡ σιωπῶσα παραίνεσις».

[4] Γρηγορίου Νύσσης, Πρὸς Ὀλύμπιον, Περὶ τελειότητος, ed. W. Jaeger, τόμ. VIII,I, 172.7-8 (= ed. J.-P. Migne, PG 46, 252 A): «Οὕτω γὰρ ἂν ἀξιόπιστος ἦν τῶν ἀγαθῶν ἡ ὑφήγησις, τοῦ βίου τοῖς λόγοις συμφθεγγομένου».

[5] Ἰωάννου Κλίμακος, Κλῖμαξ, Λόγος Δ΄, «Περὶ τῆς μακαρίας καὶ ἀ­ειμνήστου ὑπακοῆς», κεφ. νδ΄, ed. J.-P. Migne, PG 88, 708 D: «Ὁ ποτὲ μὲν ὑπακούων, ποτὲ δὲ πα­ρα­κού­ων τοῦ πα­τρός, ὅμοιός ἐστιν ἀνδρί, τῷ ποτὲ μὲν κολ­λού­ριον, πο­τὲ δὲ ἄσβεστον τοῖς ἑαυτοῦ ἐπιτιθέντι ὀ­φθαλ­μοῖς».







Copyright © 2009