Γλώσσα

Τριώδιο - Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου



          Το Εκκλησιαστικόν μας Έτος περιλαμβάνει όχι μόνον ακινήτους εορτάς, ως π.χ. του Μ. Βασιλείου (την 1ην Ιανουαρίου) ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (την 15ην Αυγούστου) ή των Χριστουγέννων (την 25ην Δεκεμβρίου) κ.λ.π., αλλά και κινητάς, δηλαδή εορτάς αι οποίαι δεν εορτάζονται εις ωρισμένην και σταθεράν ημερομηνίαν, αλλ’ εις διαφόρους καθ’ έκαστον έτος ημερομηνίας. Τούτο γίνεται διότι όλος ο κύκλος των εορτών αυτών εξαρτάται από το Άγιον Πάσχα. Αλλά το Πάσχα είνε κινητή εορτή. Η Εκκλησία μας ώρισε, δια της Α’ Οικουμένης Συνόδου, να εορτάζεται την πρώτην Κυριακήν μετά την πανσέληνον της εαρινής ισημερίας. («Ισημερία» λέγεται το χρονικό σημείον κατά το οποίον η ημέρα είνε ίση με την νύκτα. Ισημερίας έχομεν δύο: Μίαν την Άνοιξιν – εαρινή ισημερία – και μίαν το Φθινόπωρον – φθινοπωρινή ισημερία. Η πρώτη γίνεται την 21ην Μαρτίου και η Δευτέρα την 23ην Σεπτεμβρίου). Επειδή η πανσέληνος της εαρινής ισημερίας δεν είνε σταθερά, δηλαδή δεν συμπίπτει πάντοτε την αυτήν ημερομηνίαν, δι’ αυτό το Πάσχα εορτάζεται εις διάφορον κατ’ έτος ημερομηνίαν. Αφού λοιπόν το Πάσχα είνε κινητή εορτή, είνε φυσικόν να είνε κινηταί και όλαι εκείναι αι εορταί αι οποίαι εξαρτώνται εξ’ αυτού. Αι εορταί αυταί απαρτίζουν δύο κύκλους: Τον κύκλον του Τριωδίου και τον κύκλον του Πεντηκοσταρίου. Δια το Πεντηκοστάριον θα ομιλήσωμεν, Θεού θέλοντος, άλλοτε˙ σήμερον θα ομιλήσωμεν δια το Τριώδιον.
Τριώδιον λέγεται το εκκλησιαστικόν βιβλίον που περιέχει τας Ακολουθίας της Εκκλησίας μας, τας τελουμένας ειδικώς κατά την περίοδον που αρχίζει από την Κυριακήν του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το Μέγα Σάββατον, δηλαδή τας ακολουθίας των κινητών εορτήν που προηγούνται του Πάσχα. (Το δε Πεντηκοστάριον περιλαμβάνει τας εορτάς που έπονται του Πάσχα). Καλύπτει δηλαδή το Τριώδιον:
I.        Τας τρεις Εβδομάδας που προηγούνται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
II.     Ολόκληρον την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, ήτοι την περίοδον από Καθαράς Δευτέρας μέχρι Κυριακής των Βαΐων. Και
III.   Την Μεγάλην Εβδομάδα.
Ονομάζεται Τριώδιον, διότι πολλοί από τους ύμνους του, οι λεγόμενοι Κανόνες (και μάλιστα οι Κανόνες του Όρθρου των καθημερινών), δεν είνε άρτιοι, δηλαδή δεν περιέχουν εννέα ή οκτώ Ωδάς, αλλά περιέχουν μόνον τρείς Ωδάς. Υπάρχουν βεβαίως και Κανόνες άρτιοι, αλλ’ επειδή πολλοί, και μάλιστα οι περισσότεροι, (ιδία δε οι του Όρθρου των καθημερινών, ως προείπομεν) έχουν τρεις Ωδάς, εχαρακτηρίσθη ολόκληρον το βιβλίον ως Τριώδιον. Επειδή δε οι ύμνοι του είνε γεμάτοι από κατάνυξιν, λέγεται και «Κατανυκτικόν Τριώδιον».
            Τριώδιον όμως δεν λέγεται μόνον το σχετικόν βιβλίον, αλλά και αυτή αύτη η χρονική περίοδος κατά την οποίαν χρησιμοποιείται το βιβλίον. Το Τριώδιον δηλαδή είνε και λειτουργικόν βιβλίον και τμήμα του Εκκλησιαστικού Έτους.
            Ολόκληρος η περίοδος του Τριωδίου έχει σκοπόν να μας προετοιμάση, δια νηστείας, προσευχής, μετανοίας, να υποδεχθώμεν τον «προς Πάθος ευτρεπιζόμενον» Σωτήρα μας και να γίνουμε κοινωνοί των Παθημάτων και της Αναστάσεώς Του.
            Δυστυχώς όμως! Αυτό ισχύει μόνον θεωρητικώς. Εν τη πράξει πολλοί εκ των Χριστιανών μας χρησιμοποιούν την περίοδον του Τριωδίου κατά τρόπον που μόνον τον Διάβολον χαροποιεί. Χοροί, μεταμφιέσεις (κοινώς «μασκαρέματα»), άσματα ανήθικα, καρνάβαλοι, μέθαι, διασκεδάσεις αμαρτωλαί και ποικίλαι άλλαι αθλιότητες, αυταί είνε αι εκδηλώσεις με τας οποίας χιλιάδες άνθρωποι υποδέχονται το Τριώδιον!... Και οι άνθρωποι αυτοί δεν είνε ειδωλολάτραι, είνε Χριστιανοί Ορθόδοξοι, βαπτισμένοι εις το Όνομα της Αγίας Τριάδος!... Αδελφοί μου, προσοχή! Αυτά είναι ανάξια Χριστιανών! Οι ειδωλολάτραι εώρταζον τοιουτοτρόπως. Ημείς όμως δεν είμεθα ειδωλολάτραι. Όχι με χορούς και καρναβάλους, όχι με μέθας και «μασκαρέματα», αλλά με νηστείαν και προσευχήν, με «πένθος χαροποιόν», με κατάνυξιν και ευφροσύνην πνευματικήν, θα εορτάσωμεν τας εορτάς του Τριωδίου. Ας ακούσωμεν την φωνήν της Μητρός μας, της Αγίας μας Εκκλησίας, και ας εκτελέσωμεν τας συστάσεις Της:
            «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται˙ οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε, αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα˙ οι γαρ νομίμως αθλούντες, δικαίως στεφανούνται˙ και αναλαβόντες την πανοπλίαν του Σταυρού, τω εχθρώ αντιμαχησώμεθα˙ ως τείχος άρρηκτον κατέχοντες την πίστην και ως θώρακαν την προσευχήν και περικεφαλαίαν την ελεημοσύνην˙ αντί μαχαίρας την νηστείαν, ήτις εκτέμνει από καρδίας πάσαν κακίαν. Ο ποιών ταύτα τον αληθινόν κομίζεται στέφανον παρά του Παμβασιλέως Χριστού, εν τη ημέρα της Κρίσεως».
            Δηλαδή: Το στάδιον όπου γίνονται οι αγώνες των αρετών έχει ανοιχθή (το στάδιον αυτό είνε η περίοδος του Τριωδίου)˙ όσοι θέλετε να αθλήσετε, εισέλθετε εις αυτό, αφού αναλάβετε τον καλό αγώνα την νηστείας. Διότι όσοι αγωνίζονται νομίμως (ήτοι τηρούντες τους κανονισμούς του αγώνος) αυτοί λαμβάνουν τον στέφανον της νίκης των. Ας εισέλθωμεν λοιπόν εις το στάδιον και αφού φορέσωμεν την πανοπλίαν του Σταυρού, ας πολεμήσωμεν τον εχθρόν Διάβολον. Εις τον πόλεμόν μας αυτόν ας έχωμεν ως απόρθητον τείχος την πίστην, ως θώρακα την προσευχήν και ως περικεφαλαίαν την ελεημοσύνην˙ αντί μαχαίρας ας έχωμεν την νηστείαν, η οποία κόπτει ριζικώς όλας τας κακίας από την καρδίαν μας. Όποιος πράττει αυτά θα λάβη κατά την ημέραν της Κρίσεως τον αληθινόν στέφανον από τον Βασιλέα του σύμπαντος Χριστόν.
 
Αι τρεις προπαρασκευαστικαί εβδομάδες
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου
 
            Η περίοδος του Τριωδίου περιλαμβάνει εν αρχή, ως στάδιον προπαρασκευής, τας τρεις εβδομάδας που προηγούνται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πρώτη Εβδομάς του Τριωδίου είνε η Εβδομάς που αρχίζει από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Κατά την ημέραν αυτήν η Εκκλησία μας φέρει ενώπιόν μας την σχετικήν παραβολήν του Κυρίου μας, η οποία ομιλεί διά την προσευχήν που έκαμαν ο «δίκαιος» Φαρισαίος και ο αμαρτωλός Τελώνης. Του πρώτου η προσευχή δεν έγινε δεκτή από τον Θεόν, διά την υπερηφάνειαν του Φαρισαίου, ενώ η προσευχή του δευτέρου εισηκούσθη, δια την ταπείνωσιν που έδειξεν ο αμαρτωλός αυτός Τελώνης.
            Από το βιβλίον της Εκκλησίας μας «Ωρολόγιον» αντιγράφομεν τα εξής διδακτικώτατα:
            «Αίρεσις παλαιά και επίσημος μεταξύ των Ιουδαίων ήσαν οι Φαρισαίοι, οίτινες, πονηροί όντες και υποκριταί, τας μεν κακίας αυτών έκρυπτον, πάσαν δε υποκριτικήν αυτών αρετήν εδημοσίευον, ποιούντες πάντα τα έργα αυτών προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις, διό και ενομίζοντο υπό πάντων ενάρετοι και δίκαιοι, και, κατά την φαινομένην της ζωής αγιότητα, κεχωρισμένοι των λοιπών, όπερ δηλοί το όνομα φαρισαίος. Εξ’ εναντίας οι τελώναι, τουτέστιν οι αγοράζοντες τους βασιλικούς φόρους, επειδή εισπράττοντες αυτούς εποίουν πολλάς αδικίας και αρπαγάς δι’ αισχροκέρδειαν, δια τούτο πάντες ελογίζοντο αυτούς αμαρτωλούς και αδίκους. Κατά την τότε ουν κοινήν γνώμην, λαβών ο Ιησούς ένα φαρισαίον, σημαίνοντα τον ενάρετον, και έναν τελώνην, δηλούντα τον αμαρτωλόν, εδίδαξε παραβολικώς της υπερηφανείας την βλάβην και της ταπεινοφροσύνης την ωφέλειαν.
            Επειδή δε, μετά τρεις εβδομάδας, εμβαίνομεν εις το στάδιον της Αγίας Τεσσαρακοστής και εις τους πνευματικούς της αρετής αγώνας, και επειδή πρώτον όπλον προς αρετήν έστιν η ταπείνωσις, καθώς εξ εναντίας η υπερηφάνεια μέγιστον εμπόδιον εις αυτήν, δια τούτο οι θείοι Πατέρες τας μεν εβδομάδας ταύτας επενόησαν ως προετοιμασίαν ημών εις τους ειρημένους αγώνας, δι’ ην και την παρούσαν εβδομάδα εκάλεσαν Προφωνήσιμον, ως προλέγουσαν τρόπον τινά και κηρύττουσαν ότι ήγγικε της νηστείας ο καιρός, την δε ανάγνωσιν της του τελώνου και φαρισαίου παραβολής έταξαν σήμερον, διδάσκοντες ημάς δι’ αυτής ίνα μη επαιρώμεθα όταν πράττωμεν το καλόν, μηδέ καυχώμεθα δι’ αυτό ως ο μεγάλαυχος φαρισαίος, αλλά, μαθόντες εκ του παραδείγματος εκείνου, ότι ο καπνός της οιήσεως και της καυχήσεως η δυσωδία διώκει την χάριν του Πνεύματος και, απογυμνούσα τον άνθρωπον πάσης αρετής, κρημνίζει αυτόν εις του άδου τα βάραθρα, δεώμεθα μετά συντετριμμένης καρδίας του Θεού, μιμούμενοι του τελώνου την ταπείνωσιν, ήτις, καν αμαρτωλός υπάρχει ο άνθρωπος, καν εις έσχατα περιπέσει κακά, δικαιοί αυτόν και εις ύψος αναβιβάζει μέγα».
            Η ταπείνωσις είνε όντως μέγιστη αρετή. «Υψοποιόν» την ονομάζουν οι άγιοι Πατέρες, διότι όντως υψώνει τον άνθρωπον εις ύψη δυσθεώρητα. Ο άγιος Πάμβώ, ο μέγας ασκητής, γεμάτος από ταπεινοφροσύνην. Προσήυχετο επί τρία έτη και έλεγε: «Κύριε, μη με δοξάσεις επί της γης!». Ο δε Κύριος, ανταμείβων την ταπείνωσίν του, τον εδόξασε τόσον, ώστε έλαμπε το πρόσωπόν του όπως ο ήλιος και οι άλλοι ασκηταί ήτο αδύνατον να τον ατενίσουν!
            Ο ταπεινός άνθρωπος δεν κινδυνεύει να πέση. «Ο υποκάτω πάντων ων που πέσειται;» λέγουν οι Πατέρες. Δηλαδή, αυτός που τοποθετεί τον εαυτόν του κάτω-κάτω, χαμηλότερα από όλους, που θα πέση; Και ο Μέγας Αντώνιος έλεγεν: «Είδον όλας τας παγίδας του εχθρού να έχουν απλωθή επάνω εις την γην και είπα λυπημένος: Ποιος άραγε δύναται να τας αποφύγει; Και ήκουσα φωνήν που έλεγεν: Η ταπεινοφροσύνη!»
            Η Εκκλησία μας, θέλουσα να μας εμπνεύση την ταπείνωσιν του Τελώνου και να μας προφυλάξη από την υπερηφάνειαν του Φαρισαίου, ψάλλει κατά την ημέραν αυτήν:
            «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν και τελώνου μάθωμεν το ταπεινόν, εν στεναγμοίς προς τον Σωτήρα κραυγάζοντες˙ Ιλάσθητι, μόνε ημίν ευδιάλλακτε».
            Δηλαδή: Ας αποφύγωμεν την υπερηφάνειαν και την κομπορρημοσύνην του Φαρισαίου και ας αποκτήσωμεν την ταπείνωσιν του Τελώνου, κραυγάζοντες προς τον Σωτήρα και ημείς, όπως και αυτός, με στεναγμούς: Ώ κύριε, Συ ο μόνος που τόσον ευκόλως γίνεσαι φίλος με ημάς, δείξε την ευσπλαγχνίαν Σου προς ημάς.
 
Από το βιβλίο "ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ"
του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Ι.
Θεοδωροπούλου
           






Copyright © 2009