Γλώσσα

Άλλοτε και σήμερα (Χριστούγεννα 2011)

                                        
 
15 Δεκεμβρίου. Δέκα μέρες πριν από τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Δειλά – δειλά προβάλλουν στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και των άλλων δήμων γιρλάντες, δενδράκια, καμπανούλες, αστεράκια, νιφάδες χιονιού όλα καμωμένα από μικροσκοπικά φωτάκια. Έτσι το θέλει το έθιμο. Τα καταστήματα έβαλαν κι αυτά τη χριστουγεννιάτικη φορεσιά τους. Στα μπαλκόνια κάνουν διστακτικά την εμφάνισή τους τα πρώτα χρωματιστά ή όχι φωτάκια για να προετοιμάσουν την γιορταστική ατμόσφαιρα. Στα διάφορα μικρά ή μεγάλα παιχνιδάδικα αμέτρητα παιχνίδια συνωστίζονται στα ράφια και τις βιτρίνες   τους με πολλά από αυτά κακόγουστα, ακατάλληλα, αψυχολόγητα για παιδιά, απομεινάρι κι αυτό της ανεξέλεγκτης αφθονίας των προηγούμενων χρόνων. Η φιγούρα του καλοθρεμμένου, στρουμπουλού με τα κόκκινα μαγουλάκια και τα κόκκινα χιονισμένα ρούχα «Άι-Βασίλη» φορτωμένου το σάκκο με τα δώρα μοστράρεται σε κάθε αντικείμενο ως σήμα κατατεθέν του δωδεκαημέρου. Άλλο δυτικοφερμένο κι αυτό. (Ποια σχέση, αλήθεια, μπορεί να έχει ο δυτικός Σάντα Κλάους ή ο περ Νοέλ των Χριστουγέννων με τον δικό μας, τον πραγματικό, λιπόσαρκο ασθενικό, ασκητικό Καππαδόκη Ιεράρχη;).
Και όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να εξαφανίσει μια αγωνία, μια ανησυχία, κάποτε και απελπισία, που είναι ζωγραφισμένη με έντονα χρώματα στα πρόσωπα των ανθρώπων, και που αντανακλά την εσωτερική ψυχική εικόνα τους. Ναι, κάτι έχει αλλάξει, κάτι δεν είναι σαν και πριν. Στο πολύ κοντινό παρελθόν τις μέρες αυτές γυρνούσαν από τα μαγαζιά με τσάντες φορτωμένες, πολλές φορές και με περιττά πράγματα.     Φαγώσιμα, ρούχα, παιχνίδια, παντός είδους αντικείμενα γέμιζαν τα σπίτια και έδιναν απέραντη χαρά. Ευωχία γύρω από το χριστουγεννιάτικο και το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Η κατανάλωση αφέντρα και κορυφαία του χορού σ’ όλα αυτά. Να, λοιπόν για άλλη μια φορά που οι άνθρωποι ξεγελάστηκαν, πιστεύοντας ότι αυτή η μανία της κατανάλωσης και η ευφορία θα κρατούσε για πάντα….
Όμως, επειδή, ως γνωστόν, τίποτα απ’ όσα έχουν σχέση με τα υλικά αγαθά ή με τις υλικές απολαύσεις δεν διαρκεί, ήρθε ο καιρός όλο αυτό πανηγύρι, όλος αυτός ο θανατερός χορός της υπερκατανάλωσης να φτάσει στο τέλος του ! Και εμείς στη μέση μετέωροι, απορημένοι, ζαλισμένοι πασχίζουμε να μαζέψουμε τα συντρίμμια της κατάρρευσης αγκαλιά με ένα μεγάλο «γιατί», με ένα μεγάλο «πώς» !  
Από τις σκέψεις μου αυτές ήρθαν και με ξεστράτισαν παλιές, πριν από δεκαετίες μνήμες, κάπου μετά τη γερμανική κατοχή και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο. Με πήραν και με σεργιάνισαν στα στενά χωματένια δρομάκια φτωχικής αθηναικής   συνοικίας, εκεί που αδυνατισμένα παιδάκια ξυπόλυτα, επειδή δεν είχαν όλα την …πολυτέλεια να διαθέτουν παπούτσια, περπατούσαν ή έπαιζαν κρατώντας μια φέτα ψωμί αλειμμένο με… νερό και ζάχαρη για να χορτάσουν την πείνα τους. Εκεί που με ένα σανίδι, ένα σκουριασμένο καπάκι κονσέρβας και ένα καρφί σκάρωναν ένα παιχνίδι που το «τσούλαγαν» στο δρόμο και χαίρονταν. Εκεί που μπάλες, κούκλες, ψεύτικα ζωάκια γίνονταν από κουρελόπανα και κλωστές. Εκεί που με λίγο νερό λίγο χώμα και λίγες πετρούλες έχτιζαν μικροσκοπικά σπιτάκια και έπαιζαν. Εκεί που τα μεσημέρια τα παιδιά έπαιρναν το αλουμίνιο πιάτο, το κύπελλο και το κουταλοπήρουνο για να φάνε το μεσημεριανό φαγητό στο δημόσιο συσσίτιο της γειτονιάς. Εκεί που ο πατέρας πότε είχε και πότε δεν είχε μεροκάματο. Εκεί που είχε το τεφτεράκι της κάθε οικογένεια, που ψώνιζε από τον μπακάλη, και τον πλήρωνε κάθε βδομάδα. Εκεί που οι μάνες έδειχναν γερασμένες από την κούραση, γιατί έκαναν πολλά παιδιά και η φροντίδα τους χωρίς τις ανέσεις και την πολυτέλεια της τεχνολογίας έκανε το ρόλο τους επίπονο και αφάνταστα κουραστικό. Εκεί που ένα δωμάτιο χωρούσε μια ολόκληρη οικογένεια των επτά ή των έξη ατόμων. Εκεί που σε κάποια γωνίτσα των φτωχικών τους σπιτιών έβρισκε θέση το εικονοστάσι συντροφιά με το καντηλάκι και οικονομία δεν γινόταν στο λάδι για το άναμμά του. Εκεί που η Εκκλησία ήταν η παρηγοριά τους, η καταφυγή τους, το αποκούμπι τους. Εκεί που στην πεντακάθαρη κάμαρα της γειτόνισσας μαζεύονταν οι γυναίκες και έψαλλαν την Παράκληση στην Παναγιά κρατώντας οι μικρομάνες τα μικρά κουτσούβελα από το χέρι. Εκεί που οι άνθρωποι αγνοούσαν ακόμη και τη λέξη «κατάθλιψη» και με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν έπειτα από πολύ κόπο, πολλές θυσίες και αυταπάρνηση μπόρεσαν να κοιτάξουν κατάματα και να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, ώστε τα παιδιά τους να ξεφύγουν από τη μιζέρια, να πατήσουν σταθερά στα πόδια τους και να κερδίσουν τη ζωή…..
Μάζεψα την ταξιδεύτρα σκέψη μου και την προσγείωσα στο σήμερα χωρίς να καταφέρω να αποφύγω τις συγκρίσεις. Δεν είναι της σελίδας αυτής μέλημα η απαρίθμηση και ανάλυση των αιτιών, που μας έφτασαν σ’ αυτή την κρίση, κρίση με πολλά κεφάλια σαν την Λερναία Ύδρα, ούτε το πώς και πότε θα βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Αναρωτιέμαι, όμως, πόση δύναμη κι απαντοχή διαθέτουμε σήμερα για να αντέξουμε και να βγούμε άτρωτοι ψυχικά από αυτό το επικίνδυνο πέρασμα. Αναρωτιέμαι αν έχουμε την επιθυμία και τη διάθεση να ψάξουμε τη βοήθεια από εκεί που μας προσφέρεται με απλοχεριά, σιγουριά και όχι από εκεί που τραγουδούν οι Σειρήνες με απατηλές υποσχέσεις και αμφίβολα αποτελέσματα. Αναρωτιέμαι αν θα βρούμε τη χαμένη μας εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που πάντα μας περιμένει. Το στιβαρό χέρι Του είναι πάντα απλωμένο περιμένοντας το δικό μας. Νομίζω ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή, δεν μπορεί να έχουμε άλλη επιλογή, γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή σωτηρίας από το να στρέψουμε την ψυχή μας προς Αυτόν και να ακουμπήσουμε με απεριόριστη εμπιστοσύνη το χέρι Του αφήνοντας να μας οδηγήσει σε λυτρωτικά μονοπάτια που μόνο Εκείνος γνωρίζει και να βρούμε διέξοδο σ’ αυτό το σημερινό…αδιέξοδο. Δεν μπορεί, πάντα προβάλλει κάποιο ξέφωτο, πόσο μάλλον όταν είναι αυτό πραγματικό, υπάρχει στο διάβα μας και μας καρτερεί. Φτάνει η θέλησή μας να μην είναι λίγη !
 
                                                    Αικατερίνη Κεχαγιά - Ορφανίδου






Copyright © 2009