Γλώσσα

Η Ανάληψη του Κυρίου

ΑΝΕΒΗ Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΑΛΑΛΑΓΜΩ
ΚΥΡΙΟΣ ΕΝ ΦΩΝΗ ΣΑΛΠΙΓΓΟΣ

Η Ανάληψη του Κυρίου





Εορτάζομεν και πάλιν την ένδοξον Ανάληψιν του Κυρίου. Με αυτήν φθάνομεν εις το τέλος των Δεσποτικών εορτών, η αρχή των οποίων είναι ό Ευαγγελισμός. Η Ανάληψις του Κυρίου τονίζει το νόημα τής θείας Οικονομίας: «του ανυψώσαι την πεσούσα εικόνα τού Αδάμ, και αποστείλαι Πνεύμα Παράκλητον, του αγιάσαι τας ψυχάς ημών (Ιδιόμελον τής εορτής).
Με τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου αρχίζει ή κατάβασις του Θεού — Λόγου από τον ουρανόν εις την γην. Αυτή η κίνησις του Θεού περιέχει μεγαλοφροσύνην και μεγαθυμίαν, διότι δίδει και πάλιν εις τούς ανθρώπους την δυνατότητα να ευρίσκωνται μέσα εις τον χώρον της αγάπης του Θεού. Η Ανάληψις και ανάβασις του Θεού - Λόγου σημειώνει την επιστροφήν Αυτού εις τους κόλπους του Ουρανίου Πατρός, εκεί όπου ήτο το πρότερον, απ’ αρχής.
«…ομολογουμένως μέγα το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α’ Τιμ. Γ’ 16)
Κατά κοινήν ομολογίαν, λέγει ο Απόστολος  Παύλος, είναι μέγα το μυστήριον της πίστεως, το οποίον απεκαλύφθη και ως θησαυρός αιώνιος παρεδόθη υπό του Θεού εις την Εκκλησίαν. Δηλαδή ο Θεός εφανερώθη σαρκικώς εις τους ανθρώπους, ενηνθρώπησεν. Απεδείχθη αληθής Μεσσίας – Σωτήρ δια του Αγίου Πνεύματος, έγινεν ορατός εις τους αγγέλους, εκηρύχθη εις τους εθνικούς, επιστεύθη υπό των ανθρώπων ως Θεάνθρωπος, ανελήφθη εν δόξη».
Γράφει ο Ζυγαβηνός: «Μυστήριον λέγει, ο Παύλος, την ενανθρώπησιν και την υπέρ ανθρώπων ένσαρκον οικονομίαν, ήτοι την κατά Χριστόν πίστιν. Προσθέτει δε ο ερμηνευτής Θεοδώρητος:
«Αυτός, ο οποίος ήτο Θεός και Θεού Υιός και ήταν αόρατος η θεϊκή Του Φύσις, φανερός έγινεν εις όλους με το να γίνη άνθρωπος. Απεδείχθη διά των θαυμάτων, και διεκηρύχθη, ότι είναι Θεός αληθώς και Θεού Υιός. Μαζί δε με ημάς είδον και άγγελοι τον Χριστόν, τον οποίον προηγουμένως δεν έβλεπαν, αφού ή φύσις του είναι άκτιστος, άρα αόρατος εις πάντας. Αφ’ ης στιγμής όμως εσαρκώθη ε Λόγος του Πατρός, τον είδον διά πρώτην φοράν και οι άγγελοι. Η ένδοξος άνοδός Του προϋποθέτεινίκην και θρίαμβον καί αίσιον τέλος τού έργου Του κατά των αντιθέτων πνευμάτων. Αυτό το γεγονός είχε προφητεύσει ο Δαβίδ, λέγων: «αναβάς ό Χριστός εις τους ουρανούς, έδεσεν αιχμαλώτους τους εχθρούς Του δαίμονας, και έδωσε χαρίσματα εις τους ανθρώπους». Παρατηρεί δε ο Απόστολος Παύλος: Το δε ανέβη, τί έστιν ειμή ότι κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης (Εφ. Δ’ 9). Δηλαδή έταπεινώθη και εισέδυσεν εις τον χώρον μας, εις την αμαρτίαν μας ο αναμάρτητος. Αυτό άλλωστε σημαίνει ή λέξις συν-χωρώ. Ο Χριστός, ο καταβάς, αυτός είναι και ο αναβάς υπεράνω των ουρανών, διά να γεμίση με την παρουσίαν Του και τας δωρεάς Του τα πάντα. Σημειώνει ό Θεοδώρητος: «Δεν είναι άλλος εκείνος πού κατήλθε και άλλος εκείνος που ανήλθε». Κατήλθεν ως Θεός άκτιστος, ανήλθεν ως Θεάνθρωπος. «Καταβαίνει, διά να σαρκωθή ως Θεός, αναβαίνει δε ως άνθρωπος. Και καταβαίνει εις τον Άδην ως άνθρωπος, άνίσταται δε ως Θεός», κατά τον Μέγαν Φώτιον.
Ο Άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης χαρακτηρίζει έπίλογον τής θείας οικονομίας την παγκαλλεστάτην και παγκόσμιον Ανάληψιν του Θεού Λόγου. Τότε μεν Εκείνος κατήλθεν εις την γην γυμνός από σάρκα, τώρα δε αναβαίνει από την γην εις τους ουρανούς φορών την ανθρωπίνην φύσιν δοξασμένην.
Τότε μεν κατήλθε κρυφίως, τώρα δε αναβαίνει φανερώς εις τους ουρανούς. Καθώς ο αισθητός ήλιος ανατέλλει από το εν άκρον του ουρανού και καταλήγει πάλιν εις το αυτόν άκρον, την ανατολήν, τοιουτοτρόπως και ο Μονογενής Υιός του Θεού, ανατείλας προ αιώνων από τον υπερούσιον και υπέρφωτον κόλπον του Πατρός ως νοητός Ήλιος, κατήλθεν εις την γην, και ενανθρωπήσας έγινε τέλειος άνθρωπος. Αφού δε ετελείωσε το επί γης έργον Του, επέστρεψεν εις τον αυτόν κόλπον του ανάρχου Πατρός Του. Αυτό ακριβώς εννοούσεν ο Κύριος, όταν είπεν εις τους μαθητάς Του· «Εξήλθον παρά του Πατρός μου και ελήλυθα εις τον κόσμον. Πάλιν αφίημι τον κόσμον και πορεύομαι προς τον Πατέρα» (Ιωάν. 16,28).
Διά τούτο, ας χαρούμε σήμερον βλέποντες την φθαρτήν φύσιν, την κρημνισθείσαν από τον Παράδεισον, να ανέρχεται εις το Πρόσωπον του Χριστού άφθαρτος και αθάνατος και μετά μεγίστης δόξης εις τους ουρανούς. Με την Ανάληψίν Του ό Κύριος ήνοιξε την οδόν της ανόδου του ανθρώπου εις τον Θεόν. Η ένωσις Θεού και ανθρώπου, ουρανού και γης, είναι πλέον γεγονός. Ο θρυμματισμός της εικόνος τού Θεού εις τον άνθρωπον, ο οποίος έγινε με την πρόσκρουσιν του ανθρώπου εις την σκληράν αμαρτίαν, αποκαθίσταται, και ο άνθρωπος επανέρχεται εις την πραγματικήν θέσιν διά της Αναστάσεως του Κυρίου. Ο Κύριος διά τής αναστάσεώς Του ανέστησε τον πεσόντα άνθρωπον και διά της Αναλήψεώς Του εχάρισεν εις αυτόν την υπερύψωσίν του.
Ζώμεν πλέον εις τον αιώνα της Αναστάσεως, με την δυνατότητα της αναλήψεως, δηλαδή της θεώσεως όλης της υπάρξεώς μας. Αυτό το έργον γίνεται μία πραγματικότης, από την στιγμήν που θα κατανοήσωμεν, ότι εις την προσωπικήν μας θέωσιν περιέχεται το όλον νόημα τής ζωής μας. Με την θερμήν κοινωνίαν αγάπης προς εν Τριάδι Θεόν μας, με την προς Αυτόν ενδόμυχον λατρείαν και αφοσίωσιν, με την ασκητικήν αγωγήν της υπάρξεώς μας, με τον αδιάλειπτον αγώνα προς κάθαρσιν νου και καρδίας, με τον συνεχή εξαγιασμόν της όλης ζωής μας, κυρίως δε με την πρέπουσαν μετοχήν μας εις την Θείαν Κοινωνίαν φθάνομεν εις την πηγήν της θεώσεως της ψυχής και του σώματός μας.
Αναληφθείς ο Κύριος, άγει οπίσω Του τας μυριάδας των Αγίων και πάντα εραστήν τού θείου κάλλους Του. Χωρίς πίστιν εις το θείον Πρόσωπόν Του, χωρίς θείον έρωτα, είναι αδύνατος η υπέρβασις των προσκαίρων και του βάρους της προσωπικής μας αμαρτίας. Είναι αδύνατος ηανάβασις του ανθρώπου εκεί εις το ύψος, όπου τον καλεί ο Θεός να ανέβη, εις τα μεγαλοπρεπή ύψη της θεότητος, είναι αδύνατος η είσοδος και ηγεύσις του Μεγάλου Δείπνου της Βασιλείας Του. Η πρόσκλησις του Θεού απευθύνεται προς πάντας και το Πνεύμα του Θεού, το Παράκλητον, κράζει: «Τολμήσατε, εισέλθετε εις την χαράν του Κυρίου», την οποίαν χαράν μοιράζει αφθόνως ο πάντας πλουτών Κύριος.
 
Ιωάννης Λεμπέσης
Θεολόγος - Γυμνασιάρχης






Copyright © 2009